Εκεί να δώσεις την καρδιά σου….

Archive for greece

How one Philadelphia entrepreneur is helping Greece through the ‘Thessaly Valley Project’

Manos Sifakis

Manos Sifakis left Greece to study at one of the most prestigious technical universities in the world— the University of Manchester Institute of Science and Technology in the UK— also known as the MIT of Europe. He left his farming community in Larissa, in central Greece, thinking very well that he’d return to his family, his friends and his way of life after studies to start his own computer business. Conditions in Greece forced him to change his plans and head to the United States, where he took up residence in Philadelphia and started customedialabs in 2000.

Fast forward fifteen years— the company is a leader in the digital marketing space with major Fortune 500 clients like ING, Bayer Pharmaceuticals, Johnson & Johnson and Exxon Mobil having been serviced out of the company’s offices in suburban Philadelphia and— Sifakis’ hometown of Larissa, 200 miles north of Athens.

In Philadelphia, customedialabs has 12 employees in operations, client services and client management, while his Greece office has 40 employees ranging from the creative team, various software engineers, user experience architects and quality assurance.

For Sifakis, there’s no better way to “support” Greece than by supporting and empowering its human capital.

“We could easily staff our office here in the United States with developers, designers and all the positions we need to do the work for our clients,” Sifakis told The Pappas Post.

“But why not staff these positions with able-bodied, talented people in Greece? This is my way of helping— not with charity, but by employing 40 Greeks and supporting 40 Greek families struggling through this crisis and offering these people employment, professional development and dignity— which they deserve. These people can dream again, and for me, that’s a big thing.”

And work isn’t all Sifakis is offering them. He focuses a lot of offering professional development for the people who work for him in Greece. Many have gotten their start with customedialabs and have moved on to big Silicon Valley and European tech companies. Sifakis gave them the opportunity to interface for the first time with a global audience, essentially building their portfolio and resumes.

His work has been noticed globally. CNN recently called the 39-year-old entrepreneur “part of the Greek renaissance.”

From a business perspective, it doesn’t make a lot of sense. Sifakis could have done what hundreds— if not thousands of other US companies have done— and outsource their tech work to cheap subcontractors in Southeast Asia. He could get the work done for a fraction of the cost that he is paying now by employing cheaper and just as talented Indian or Pakistani developers and make more profits.

“It’s not always about the size of the profits,” Sifakis said.

“For me, knowing that in a very small way, we are helping stop the brain drain from continuing, that is a big enough profit for me. For me, this is philanthropreneurism— using my skills and resources to empower others, not just to give hand-outs.”

It’s a model he hopes will spread to his business-owner colleagues in the United States. While he applauds the efforts of numerous organizations he has supported in their efforts to help Greece through the crisis, he also suggested his model as a quick and easy solution that could help hundreds— if not thousands of Greek families.

“Think of all the Greek-owned or Greek led companies in the United States and how each of them could help 5, 10, 20 families with employment. For me, it hasn’t been easy as a small business to build this model and navigate the Greek bureaucracy, but the end result makes it all worth it.”

Sifakis offered his expertise to other business-owners seeking similar alternatives and even is developing a plan that he calls The Thessaly Valley project to bring tech and digital innovation jobs to his hometown of Larissa.

Gregory Pappas



Το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας της Λέσβου στα 11 καλύτερα του κόσμου!


Το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου είναι ανάμεσα στα 11 καλύτερα μουσεία τροφίμων στον κόσμο, σύμφωνα με δημοσίευμα του CNN.
Το ρεπορτάζ – αφιέρωμα του CNN αναφέρει:

Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου

Το μουσείο είναι αφιερωμένο στον τρόπο με τον οποίο μεταλλάχθηκε η ελληνική βιομηχανία ελαιολάδου μετά τη χρήση μηχανικού εξοπλισμού, κάτι που είναι πιο ενδιαφέρον απ όσο ακούγεται. Το μουσείο που στεγάζεται μέσα σε ένα όμορφο πέτρινο σπίτι, επιτρέπει στους επισκέπτες του να μαθαίνουν για όλες τις φάσεις της παραγωγής ελαιλάδου, από την καλλιέργεια μέχρι την επεξεργασία για την παραγωγή του στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις και το διαχωρισμό του από το νερό. Σημείο ενδιαφέροντος | Η έκθεση διερευνά την επιστήμη πίσω από τα τεστ οξύτητας, που ελέγχουν την ποιότητα του ελαιολάδου.



TV channel CNN compiled a list with the 11 top food museums in the world. Among them, the Museum of Olive Oil Production, on Lesvos island, Greece, focuses on how Greece’s olive oil industry was transformed by the introduction of machinery.


The museum, which is located at the village of Agia Paraskevi, is housed inside a beautiful stone building, where visitors have the opportunity to learn about everything on mass cultivation of olive trees, as well as about the machinery used to crush olive pulp and separate the oil from water.

One of the most interesting parts of the exhibition is that which explains the science behind the acidity test that checks the quality of olive oil.


Το «αργυρό» μετάλλιο του CNN στη Βεργίνα


Στη λίστα με τα τοπ πολιτιστικά μνημεία μέσα στους 10 σημαντικότερους χώρους παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που κρύβουν συναρπαστικές ιστορίες και αξίζει να επισκεφθεί κανείς, βρίσκονται οι Αιγές. Δημοσίευμα της ιστοσελίδας του CNN εστίασε για ακόμη μία φορά στην Ελλάδα, κατατάσσοντας την πρωτεύουσα του Μακεδονικού Βασιλείου στη δεύτερη θέση της σχετικής λίστας.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, όταν η UNESCO θέσπισε το πρόγραμμα Παγκόσμιας Κληρονομιάς, φόρο τιμής σε αυτούς τους χώρους είχαν αποτίσει μόνο οι συντηρητές και οι πλούσιοι και συνάμα ατρόμητοι ταξιδιώτες.

Την εποχή εκείνη, άλλωστε, δεν υπήρχαν τα σύγχρονης τεχνολογίας κινητή τηλέφωνα για να φωτογραφίζουν οι τουρίστες τα μνημεία, ούτε αεροπορικές εταιρίες χαμηλού κόστους που καθιστούν πιο εύκολες τις μετακινήσεις. «Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει» συνεχίζει το άρθρο και, προτρέποντας τους αναγνώστες του να επισκεφθούν αυτούς τους χώρους, επισημαίνει: «Εάν σας ενδιαφέρει να γνωρίσετε συναρπαστικές ιστορίες, αυτοί είναι οι 10 χώροι παγκόσμιας κληρονομιάς που αξίζουν την προσοχή σας, ίσως και μία επίσκεψη».

Εν συνεχεία περιγράφεται συνοπτικά η ιστορία του Μακεδονικού Βασιλείου, ενώ υπογραμμίζεται ότι ο εντοπισμός του τάφου του βασιλιά Φίλιππου Β” το 1977 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του 20ού αιώνα. Εκτός από τις Αιγές, στη λίστα του CNN βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η πόλη Ποτοσί στη Βολιβία, η Μασάντα, το οχυρό-ανάκτορο που έχτισε ο Ηρώδης στο Ισραήλ, το μαυσωλείο του πρώτου αυτοκράτορα Κιν στην Κίνα, το Εθνικό Ιστορικό Πάρκο στην Αϊτή, η γενέτειρα του Βούδα Λουμπίνι στο Νεπάλ και τα ανάκτορα του Αμπομέι στο Μπενίν.


Aigai (Vergina, Greece)


The discovery of Philip II of Macedon’s tomb in 1977 in Aigai, a village that’s today referred to as Vergina, was one of the most important finds of the 20th century.

It established this small village in northern Greece as the capital of ancient Macedonia.

Back in 338 B.C., Philip II subdued the rest of Greece through a campaign of “divide and conquer” — a phrase later attributed to him.

Ten years earlier he’d invited Aristotle from Athens to tutor his son, Alexander III.

At the height of his powers Philip II was assassinated in the Aigai theater by one of his bodyguards, Pausanias of Orestis.

His untimely death thrust 23-year-old Alexander into the limelight.

A decade later he’d conquered half the known world, an empire stretching as far as the Russian steppes, Afghanistan and the Punjab, earning him the moniker Alexander the Great.

Hellenistic Greece began here.

Today, the most important remains in the UNESCO-listed city of Vergina are the monumental palace and the burial ground, which contains more than 300 tumuli (burial mounds), some of which date from the 11th century BC.


Ελληνικά μεταξωτά φουλάρια στο Βρετανικό Μουσείο


Τα Eireen Greek scarves ταξιδεύουν στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της έκθεσης «Defining Beauty: The Body in ancient Greek Art».

Η Eireen είναι μια νέα εταιρεία που παράγει φουλάρια από 100% μετάξι. Τα φουλάρια κατασκευάζονται στο Σουφλί, την ελληνική πόλη με τη μεγαλύτερη παράδοση στην παραγωγή μεταξιού.   Τα φουλάρια του brand θα βρίσκονται στο πωλητήριο του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, από τις 26 Μαρτίου έως τις 5 Ιουλίου, στο πλαίσιο της έκθεσης «Defining Beauty: The Body in ancient Greek Art» που εγκαινιάζεται προσεχώς.

Αναφέρει το Βρετανικό Μουσείο για την έκθεση: «Γνωρίστε την υπεροχή και την ποικιλομορφία της αρχαιοελληνικής τέχνης σε αυτή τη μεγάλη έκθεση που επικεντρώνεται στο ανθρώπινο σώμα. Για αιώνες, οι αρχαίοι Έλληνες πειραματίζονταν με τους τρόπους απεικόνισης του σώματος, ως αντικειμένου ομορφιάς και αλλά και φορέα νοήματος. Τα σημαντικά έργα τέχνης της έκθεσης κυμαίνονται από την αφηρημένη απλότητα των προϊστορικών αγαλματιδίων μέχρι τον συναρπαστικό ρεαλισμό της αλεξανδρινής εποχής. Αυτά τα έργα συνέχιζαν να εμπνέουν την καλλιτεχνική παραγωγή για εκατοντάδες χρόνια, δίνοντας σχήμα στη σκέψη και μορφοποιώντας την ίδια μας την αντίληψη για τους εαυτούς μας».


Τα made in Greece φουλάρια Eireen θα αποτελέσουν ιδανικό συμπλήρωμα του πωλητηρίου στα εκθέματα και η δημιουργός τους, Ειρήνη Παπαγιαννοπούλου δηλώνει ενθουσιασμένη: «Πάντα είχα στο μυαλό μου να δημιουργήσω ένα προσωπικό αντικείμενο, το οποίο να αντιπροσωπεύει καθαρά το ελληνικό στοιχείο. Θεωρώ ότι πιο προσωπικό αντικείμενο από το φουλάρι, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες, δεν υπάρχει».


Στην αρχαία Ελλάδα το μετάξι ήταν γνωστό ως «σηρ» και το μεταξωτό ύφασμα ως «σηρικός». Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι οι γυναίκες της Κω γνώριζαν την κατεργασία του. Το μετάξι ήταν γνωστό πριν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, αφού έχει βρεθεί στον Κεραμεικό σε ταφή εγγονής του Αλκιβιάδη. Το Σουφλί ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της διαδρομής του μεταξιού κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής εποχής.



Φάρμακο made in Greece


Μια εγχώρια start-up με άκρως ισχυρή επιστημονική «κεφαλή» δείχνει τον δρόμο της ανάπτυξης στην Ελλάδα της κρίσης. Στις αρχές του 2014 ένας διεθνώς αναγνωρισμένος έλληνας καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια

– με πολυσχιδές επιστημονικό έργο, εκατοντάδες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά μεγάλου κύρους και κατοχύρωση δεκάδων ευρεσιτεχνιών -, ο κ. Γιάννης Λάμπρης, αποφάσισε να ιδρύσει στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στην Αθήνα, την εταιρεία Amyndas

(www.amyndas.eu) με στόχο την παραγωγή πρωτότυπων, καινοτόμων φαρμάκων. Και η «νεαρή» αυτή εταιρεία έχει ήδη να παρουσιάσει σημαντικές επιτυχίες καθώς με βάση την τεχνολογία και την τεχνογνωσία του κ. Λάμπρη και της ομάδας του από την Πενσιλβάνια έχει ήδη αναπτυχθεί ένα άκρως υποσχόμενο φάρμακο, η κομπστατίνη, το οποίο φαίνεται ότι μπορεί να νικήσει πολλές και διαφορετικές νόσους. Η κομπστατίνη αποτελεί έναν αναστολέα της ενεργοποίησης του συμπληρώματος, ενός επί μακρόν παραγνωρισμένου αλλά άκρως σημαντικού τμήματος του ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο, όταν υπερενεργοποιηθεί, μπορεί να σημάνει πολλά δεινά για τον οργανισμό.

Το ταξίδι αυτού του made in Greece φαρμάκου έχει ήδη αρχίσει και, όπως όλα δείχνουν, θα είναι μακρό. Ηδη έλαβε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) χαρακτηρισμό «ορφανού», δηλαδή πιθανού θεραπευτικού μέσου για την αντιμετώπιση μιας σπάνιας πάθησης και συγκεκριμένα της παροξυσμικής νυχτερινής αιμοσφαιρινουρίας – είναι η πρώτη φορά που προϊόν φαρμακευτικής εταιρείας από την Ελλάδα αποκτά τέτοιον χαρακτηρισμό ο οποίος δίνει σημαντικά κίνητρα για την ανάπτυξη του φαρμάκου. Η κομπστατίνη δοκιμάζεται επίσης για την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδος αλλά και ενάντια στην απόρριψη μοσχευμάτων κατά τη μεταμόσχευση, για την αντιμετώπιση χρονίων φλεγμονών κατά την αιμοκάθαρση και το σύνδρομο ισχαιμίας-επαναιμάτωσης. Κατά τον κ. Λάμπρη παρόμοιοι με την κομπστατίνη αναστολείς του συμπληρώματος μπορούν να είναι αποτελεσματικοί ενάντια σε μορφές καρκίνου, όπως έχουν δείξει πειράματα σε ζώα με καρκίνο των ωοθηκών και του πνεύμονα, αλλά και ενάντια στην παχυσαρκία.

Οι έρευνες της ομάδας του κ. Λάμπρη, ο οποίος μελετά εδώ και δεκαετίες τα μυστικά του συμπληρώματος, συνεχίζονται με στόχο μια ελληνική εταιρεία όπως η Αmyndas να αποκτήσει έναν διόλου… συμπληρωματικό ρόλο στην παρασκευή καινοτόμων φαρμάκων με όφελος για ολόκληρη τη χώρα. Οι προσπάθειες μάλιστα συνεχώς επιβραβεύονται – μεταξύ άλλων διακρίσεων στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου η δουλειά του κ. Λάμπρη και η Amyndas έλαβαν το τρίτο βραβείο στον διαγωνισμό ΣΦΕΕ Innovation Project 2.0 σχετικά με την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα στην υγεία.

Η βάση όλης αυτής της δουλειάς είναι η ανοσοβιολογία η οποία έχει ήδη καταφέρει πολλά και υπόσχεται να καταφέρει περισσότερα στα χρόνια που έρχονται, σύμφωνα με τον καθηγητή. «Η ανοσοβιολογία τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει ξεχωριστά πράγματα σε ό,τι αφορά την κατανόηση διαφόρων ασθενειών και την ανάπτυξη θεραπευτικών αντισωμάτων και άλλων μορίων για την αντιμετώπισή τους. Βέβαια ο δρόμος είναι μακρός για να πούμε ότι έχουμε κατανοήσει όλες τις λειτουργίες και τον τρόπο ελέγχου πολλών δυσλειτουργιών του συστήματος. Με τις σωστές όμως επιλογές και την ενίσχυση των κονδυλίων για την έρευνα αυτός ο δρόμος θα γίνει πιο σύντομος. Ελπίζω και οι κυβερνώντες στη χώρα μας να καταλάβουν κάποτε την αξία της επιστήμης και να τη βοηθήσουν ουσιαστικά, μια και αυτό μπορεί να βοηθήσει να βγει η Ελλάδα από το τέλμα. Ας αδράξουμε την ευκαιρία».

Θ. Τ.



Virginia Woolf: Στήν Ἑλλάδα, τόν Μάη…

Virginia Woolf (1882-1941)
“στην Ελλάδα είμαι ήρεμη
κι ευτυχισμένη”


19 Ἀπριλίου 1932

«Νά ‘μαστε λοιπόν παραπλέοντες τάς ἑλληνικὰς νήσους. Ἡ θάλασσα εἶναι λάδι, τόση ζέστη πού μπορεῖς νά κάτσεις γυμνός στό κατάστρωμα – πότε πότε ἕνα πουλί κάθεται στό κατάρτι – ὁ Ρότζερ τρέχει νά μᾶς πεῖ “νά ἡ Κόρκυρα”, ἀλλά δέν εἶναι – ἕνας Ἕλληνας κύριος τόν διορθώνει…»

Ὅταν ἡ Βιρτζίνια Γούλφ γράφει αὐτό τό γράμμα στήν ἀδελφή της, Βανέσα Μπέλ, βρίσκεται πάνω στό πλοῖο Τέβερε καί συνταξιδεύει μέ τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο πού ἐπιστρέφει ἀπό τήν Ἐλβετία ἔχοντας δώσει τή μάχη του στήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν γιά νά ἐπιτύχει ἄρση τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους καί δανειοδότηση 50 ἐκ. δολλαρίων. Αὐτό εἶναι τό δεύτερο ταξίδι της στήν Ἑλλάδα καί ἔχει συντροφιά της τόν σύζυγό της Λέναρντ Γούλφ, καί τά ἀδέλφια Ρότζερ καί Μάρτζερυ Φράι.

«Γιατί δέν μοῦ εἶπες ποτέ ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὄμορφη;» γράφει λίγες μέρες ἀργότερα στήν ἡλικιωμένη φίλη της Ἔθελ Σμίθ, «Γιατί δέν ἀνέφερες ποτέ τή θάλασσα καί τούς λόφους, τίς κοιλάδες καί τά λουλούδια; Μόνο ἐγώ ἔχω μάτια καί βλέπω; Ἔθελ, σοῦ τό ἀναγγέλλω ἐπισήμως: ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ πιό ὄμορφη χώρα τοῦ κόσμου. Ὁ Μάης εἶναι ἡ πιό ὄμορφη ἐποχή τοῦ χρόνου. Ἑλλάδα καί Μάης μαζί!»

26 χρόνια ἔχουν περάσει ἀπό τήν πρώτη ἐπίσκεψή της καί σήμερα εἶναι πιά διάσημη συγγραφέας καί ἤδη 50 ἐτῶν. «…ἤτανε τόσο παράξενο πού ἦρθα ξανά ἐδῶ, δέν εἶχα συναίσθηση τόπου καί χρόνου. Ἔβλεπα τό φάντασμά μου νά κατεβαίνει ἀπ’ τήν Ἀκρόπολη, ἐτῶν 23» γράφει στήν Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ, στίς 8 Μαΐου.

Μέσα ἀπό τό ἡμερολόγιό της, ἀκολουθοῦμε τά βήματά της:


Δεύτερη μέρα στήν Ἀθήνα

…τί μπορῶ νά πῶ γιά τόν Παρθενώνα — ὅτι ἦρθε νά μέ βρεῖ τό φάντασμά μου, τό κορίτσι τῶν 23 ἐτῶν, μέ ὅλη τή ζωή μπροστά του’ αὐτό’ κι ἀκόμη, ὅτι εἶναι πιό συμπαγής καί μεγαλοπρεπής, πιό στιβαρός ἀπ’ ὅ,τι θυμόμουνα. Οἱ κίτρινοι κίονες — πῶς νά τό πῶ; ὅλοι μαζί, σάν σύνολο, ἀκτινοβολοῦσαν ἐκεῖ πάνω στό βράχο, μέ φόντο τόν πιό βίαιο οὐρανό, χτυπητό ψυχρό γαλάζιο, κι ὕστερα μαῦρο τοῦ ἀνθρακίτη.

Πλήθη περνοῦν φευγαλέα σάν ἱκέτες (πρόκειται γιά ἑλληνόπουλα πού τά ‘φεραν μέ τό σχολεῖο). Ὁ ναός σάν πλοῖο, δονεῖται, τεντώνεται, πλέει, ἄν καί ἀκίνητος, διασχίζοντας τούς αἰῶνες. Εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅ,τι θυμόμουνα, μέ μεγαλύτερη συνοχή. Ἴσως ξεθύμανε κάτι ἀπό τόν νεανικό συναισθηματισμό πού κάνει τά πράγματα μελαγχολικά. Τώρα πού εἶμαι πενήντα (τό ‘γραψα μέ θάρρος στό βιβλίο τοῦ ξενοδοχείου — τό καλό μας Γιάκ τό ἀπέφυγε, ἄλλη μία ἀπόδειξη τοῦ συμπλέγματος κατωτερότητας), ἔχω γκρίζα μαλλιά κι ἡ ζωή μου σχεδόν τελείωσε, μ’ ἀρέσει ὑποθέτω ὅ,τι ἔχει ζωντάνια, τό λουλούδισμα μπροστά στό θάνατο. Ἀπό κάτω ἡ Ἀθήνα σάν σπασμένο τσόφλι, καί τά γκριζόμαυρα θαμνώδη βουνά.


Ἡ Ἀθήνα μ’ ἀρέσει γύρω στίς 7, ὅταν οἱ δρόμοι γεμίζουν ἀπό ἕνα βιαστικό καί πολύβουο πλῆθος, μαυροφόρες γυναῖκες μέ λευκά πρόσωπα καί γυναῖκες μέ σάλια, καί κομψευόμενοι μικροκαμωμένοι ἄντρες, πού βγαίνουν τό βράδυ μέ τίς νυχτερίδες καί τά δειλινά στίς πολιτεῖες τοῦ Νότου, ἀρί λάλαγες. Ἡ Μάρτζερυ, ἀκούγοντάς τους νά μιλᾶνε ἀπόψε στοῦ Ἀβέρωφ, εἶπε ὅτι ὁ τόνος εἶναι ὅπως στ’ ἀγγλικά.

Ἐκδρομή στό Δαφνί


Ἡ ἄλλη παρατήρηση ἔγινε στή βυζαντινή ἐκκλησία τοῦ Δαφνιοῦ: «Σπουδαῖο — ξεπερνάει κάθε φαντασία» εἶπε ὁ Ρότζερ, καί ἀπόθεσε καπέλο, μπαστούνι, σχέδια, δύο-τρεῖς ὁδηγούς καί λεξικά πάνω σέ μία κολόνα. Ὕστερα κοιτάξαμε ὅλοι μαζί ψηλά τόν Χριστό τιμωρό, μεγαλύτερο κι ἀπό ἐφιάλτη, σέ μπλέ καί λευκό ψηφιδωτό. Αὐτή ἡ ἐκκλησία μᾶς ἄρεσε πολύ. Εἶναι ψηλή καί τραχιά καί ἁψιδωτή, καί τά ψηφιδωτά εἶναι πολύ φθαρμένα. Καί κοιτάζεις ἔξω ἀπ’ τήν πόρτα ἐκεῖνα τά πράσινα φουντωτά δέντρα, πού τό καθένα μοιάζει νά ‘χει μία τούφα ἀπό ἥλιο καί σύννεφο πού κυματίζει — ἔτσι λαμπερά, ἔτσι σκοτεινά εἶναι τά πράσινα κύματα στό δάσος πού περπατήσαμε. Μία ἑλληνική οἰκογένεια φροντίζει τήν ἐκκλησία — μεσόκοποι ἄντρες καί γυναῖκες, κάθονται μέ τά καλά τους (οἱ ἄντρες) μέ πανωφόρια καί δαχτυλίδια χρυσά καί διαβάζουνε τήν ἐφημερίδα τους στίς 3.30 τό ἀπόγευμα. Τέτοιο καθισιό, τέτοια ξενοιασιά δέν εἶδα ποτέ στήν Ἀγγλία. Τέλος ἡ πιό νέα, μία γυναίκα μέ σάλι, παντόφλες καί φόρεμα βαμβακερό, ἀπομακρύνεται, σκαρφαλώνει πάνω σ’ ἕναν γκρεμισμένο τοῖχο κι ἀρχίζει νά κόβει κίτρινα λουλούδια — τί ἄλλο νά κάνει. Ἀπό κεῖ κατεβήκαμε μέ τό αὐτοκίνητο στή θάλασσα — καί πόσο ὄμορφα εἶναι τ’ ἀνέγγιχτα χείλη τῆς θάλασσας ὅταν ἀγγίζουνε μίαν ἄγρια παραλία’ πίσω μας λόφοι καί πράσινες πεδιάδες, στό βάθος ἡ Ἐλευσίνα, πράσινα καί κόκκινα βράχια, ἕνα ἀτμόπλοιο ξεκινᾶ.

Βόλτα στό Σούνιο


Ἔκανε κρύο τσουχτερό. Αὐτό πάντα τό ξεχνάει κανείς. Ὁ ἀέρας σφύριζε μέσ’ ἀπ’ τά ἀκάλυπτα πλευρά τοῦ κόνβερτιμπλ τοῦ Γκιόλμαν. Ὁ Λέναρντ φτερνιζότανε. Ἐγώ εἶχα ρίγη. Τό δάπεδο τοῦ αὐτοκινήτου γεμάτο μέ κουτιά ζωγραφικῆς. Γευματίσαμε σ’ ἕνα τραπέζι στόν ἥλιο στό Σούνιο — οἱ κολόνες ἄσπρες σάν κιμωλία, ψηλές σάν φάροι. Μινιατοῦρες λουλουδιῶν ἔφτιαχναν ἕνα λαμπερό ταπέτο — ἡ Μάρτζερυ ξερίζωνε κρινάκια. Τί λέγαμε; Τίποτα ἰδιαίτερο. Μετά τήν πρώτη βδομάδα μιλᾶς μόνο στό βραδινό φαγητό. Καί μετά γυρίσαμε πίσω, ἐννοεῖται περνώντας φουντωτά δέντρα, κόκκινα τετραγωνισμένα χωράφια, ἀφήνοντας πίσω μας τσιγγάνικα τσαντίρια, σάν ἰνδιάνικα καλύβια ἀπό κλαριά φτέρης’ μία κοπέλα σεργιανοῦσε γνέθοντας μαλλί’ καί γυναῖκες ἦταν καθισμένες στό κατώφλι — σκέφτηκα τό Πικαντίλυ τέτοια ὥρα.

Τί παράξενη αὐτή ἡ ἐπίπεδη γῆ, καρτερική καί ὑπάκουη, μέ βιβλικά δέντρα ἐδῶ κι ἐκεῖ, πρόβατα μέ μακρύ μαλλί πού βόσκανε, κι οὔτε ἕνα σπίτι στόν ὁρίζοντα. Ἡ Ἀγγλία τήν ἐποχή τοῦ Τσῶσερ. Στό Σούνιο ἡ θάλασσα σπάει πάνω σέ πράσινη καί κόκκινη πέτρα, καί σκουρογάλαζα καράβια ἀρμενίζουνε — ὅλα ὅπως τόν καιρό τοῦ Τσῶσερ ἤ τοῦ Ὁμήρου, οὔτε προβλήτα ἤ προκυμαία, οὔτε μάτι ἀνθρώπου.

Στόν ναό τῆς Ἀφαίας Ἀθηνᾶς, στήν Αἴγινα

Ὦ ἡ βροχή, ἡ βροχή! Αὐτό τήν ἄλλη μέρα στήν Αἴγινα. Αὐτό τό ὄμορφο μαλακό νησί, μέ τό ἡλιοψημένο μονοπάτι, τή θάλασσα καί τήν ἀκρογιαλιά, τά μικρά ρόζ καί κίτρινα σπίτια, τό θυμάρι, τήν ἀπότομη λοφοπλαγιά, τό Ναό, σκελετώδη, κυρίαρχο, τούς κόλπους ξέχειλους ἀπό θάλασσα — ὅλα αὐτά δέν ἦταν παρά ψύχρα, ὁμίχλη, βροχή, Ἀμερικάνοι μαζεμένοι γύρω ἀπό ἕναν κοκαλιάρη καθηγητή’ καί μεῖς ζαρωμένοι κάτω ἀπό ἕνα πεῦκο πού ἄφηνε τή βροχή νά περνάει. Ἀλλά ἀκόμη κι ἔτσι, ὁ Ρότζερ ἔλεγε «Σπουδαῖο, σπουδαῖο», ἕνας ναός ἀπό ψαμμόλιθο καλύτερος ἀπ’ τό Σούνιο.


Καταπληκτικό τό τί μπορεῖ νά κάνει μία μεγαλοφυΐα σ’ ἕναν τόσο μικρό χῶρο — ἰδού οἱ τέλειες ἀναλογίες — καί ἡ βροχή μᾶς ἀνάγκασε νά κατηφορίσουμε ὅσο πιό γρήγορα γινόταν γιά τό πλοῖο μας. Εἴχανε πιάσει κόκκινα ψάρια καί χταπόδια. Πῶς; Λοιπόν, ρίχνουνε κρεμμύδια, ψωμί καί τά λοιπά στό βυθό καί τά ψάρια μαζεύονται, ὕστερα μαζεύονται ρίχνουνε δυναμίτη καί μπάμ! — γίνεται μία ἔκρηξη, τά ψάρια ἀνεβαίνουνε στήν ἐπιφάνεια ψόφια, καί τά καμακώνουνε. Αὐτό ἀπαγορεύεται. Ἀλλά δέν σέ βλέπει κανείς ἐδῶ γύρω. Αὐτά μᾶς τά εἶπε ὁ θερμαστής μέ τό ὄμορφο ἑλληνικό χαμόγελο — τό χαμόγελο πού ἔχουν οἱ μουλαράδες καί οἱ ταξιτζῆδες.

στήν Καισαριανή


Σήμερα —τί ὄμορφα ἦταν σήμερα— στή μικρή στρογγυλή βυζαντινή ἐκκλησία στούς πρόποδες τοῦ Ὑμηττοῦ. Γιατί δέν μποροῦμε νά ζοῦμε γιά πάντα ἔτσι; ἀναρωτήθηκα — ὄχι πώς ὁ καιρός εἶχε ζεστάνει ἀρκετά, ἀλλά ἡ βροχή κι ὁ ἀέρας εἴχανε σταματήσει’ κι ἡ ζωή ἔμοιαζε τόσο ἐλεύθερη, γεμάτη ἀπ’ ὅλα τά καλά — φύση ἄγρια, θυμάρι, κυπαρίσσια, ἡ μικρή αὐλή ὅπου ὁ Ρότζερ κι ἡ Μάρτζερυ κάθονταν ἀφοσιωμένοι στή ζωγραφική τους’ ὁ μεγάλος, ἄσπρος σάν μάρμαρο, σκύλος, κοιμισμένος σέ μία γωνιά’ κι ὅπως πάντα λεπτοκαμωμένες γυναῖκες μέ παντόφλες νά πηγαινοέρχονται ἀθόρυβα σέ κάμαρες χτισμένες ψηλά σάν χελιδονοφωλιές, μέ κομμάτια παλιό σκαλισμένο μάρμαρο στίς παραστάδες. Ἕνα ματσάκι ἄγριες ἀνεμῶνες καί ὀρχιδέες.

κάτω ἀπό μιὰ ἐλιά στούς Δελφούς

H ὥρα εἶναι δέκα παρά πέντε. Καί ποῦ βρίσκομαι καί γράφω μέ πένα καί μελάνι; Ὄχι στό γραφεῖο μου. Στό φαράγγι, στήν κοιλάδα, στούς Δελφούς, κάτω ἀπό μία ἐλιά, σέ γῆ στεγνή, στρωμένη μέ ἄσπρες μαργαρίτες. Ὁ Λέναρντ διαβάζει τήν ἑλληνική του Γραμματική δίπλα μου’ μία χελιδονοουρά, ἄν δέν κάνω λάθος, πέρασε ξυστά. Γκρίζοι βράχοι ἀπέναντί μου, μέ ἐλαιόδεντρα καί θάμνους, κι ἄν τούς ἀνέβω ἕναν ἕναν, νά τό μεγάλο φαλακρό γκριζόμαυρο βουνό, κι ἔπειτα οὐρανός ἀπόλυτα λεῖος. Πίσω λοιπόν στή ζεστή γῆ μέ τίς μαργαρίτες καί τά ἔντομα στίς κίτρινες καρδιές τους. Ἀκούγονται κουδούνια κατσικιῶν’ ἕνας γέρος ξεπέζεψε ἀπό τό μουλάρι του — εἴμαστε ἀκριβῶς στή βάση τοῦ λόφου πού στήν κορφή του εἶναι οἱ Δελφοί, καί ὁ Ρότζερ κι ἡ Μάρτζερυ σχεδιάζουν. Καί μιὰ ἀκρίδα μόλις ἔκατσε πάνω στήν ἐλιά.

Ἔτσι προσπαθῶ νά κάνω ὁρατή αὐτή τή σκηνή πού σύντομα θά χαθεῖ γιά πάντα. Κι ἴσως ἀκόμη προσπαθῶ νά ἀποφύγω αὐτόν τό δαίμονα πού λέει, ἴσως χωρίς λόγο, ὅτι θά ‘πρεπε νά καταγράψει κανείς τό πῶς πήγαμε στήν Κόρινθο, στό Ναύπλιο, στίς Μυκῆνες, τό Μυστρᾶ, τήν Τριπολιτσά, κι ἀπό κεῖ πίσω ξανά στήν Ἀθήνα, ἐνῶ ὁ ἥλιος τσουρούφλιζε, κι ἐγώ φοροῦσα ἕνα μεταξωτό φόρεμα, καί πήγαμε στόν Κῆπο, κι ὑστέρα ξεκινήσαμε τό Σάββατο τό πρωί στίς 7 γιά τούς Δελφούς. Θά ἔπρεπε νά γράψω γιά ὅλ’ αὐτά τά μέρη, καί νά προσπαθήσω ἴσως νά φιξάρω μερικές ἀπ’ τίς σκηνές πού τρέχουνε μές στό μυαλό μου καθώς τρέχουμε μέ τ’ αὐτοκίνητο. Γιατί κάναμε πολύ μακρινές διαδρομές. Κι ὁ ἀέρας κι ὁ ἥλιος — ἄ πῶς πρήζονταν τά χείλη μας καί μαυρίζανε καί σκάγανε κι ἡ μύτη μας ξεφλούδιζε καί τά μάγουλά μας κοκκινίζανε σάν νά καθόμασταν μπροστά σέ πολύ δυνατή φωτιά. Ἡ κοκεταρία ἔκανε φτερά. Γίνεσαι τελικά χωριάτης. Αὐτό μοῦ θυμίζει πῶς πήδηξα ἀπ’ τή χαρά μου ὅταν εἶδα μιὰ ἀρκετά καλοντυμένη γυναίκα στό σαλόνι τοῦ ξενοδοχείου Ματζέστικ νά πίνει τό ποτό της μ’ ἕναν εὐφραδέστατο ἡλικιωμένο κύριο τό ἀπόγευμα πού γυρίσαμε, σκονισμένοι, στεγνοί, κόκκινοι, χρυσωποί, μαυριδεροί, καφετιοί, τσαλακωμένοι (οἱ ρυτίδες τῆς Μάρτζερυ εἶναι σάν τίς ραβδώσεις στό πετσί ἄγριου ζώου). Ὅταν περάσεις τέσσερις-πέντε μέρες μέ τούς χωρικούς καί τή στερεή, ἀφρόντιστη ὀμορφιά τους, αἰσθάνεσαι νά δονοῦνται ἀπό τή σπιρτάδα καί τό ραφινάρισμα τοῦ πολιτισμοῦ οἱ πιό ὑψηλές κλίμακες τῶν νεύρων σου — οἱ νότες τοῦ βιολιοῦ.

Ἡ Ἑλλάδα λοιπόν, γιά νά γυρίσουμε στήν Ἑλλάδα, εἶναι μιὰ χώρα τόσο παλιά πού εἶναι σάν νά περιφέρεσαι σέ σεληνιακά τοπία.

…τώρα καθόμαστε ἐδῶ, ἀλλάξαμε θέση, λόγω τοῦ ἥλιου, καθήσαμε ψηλότερα κάτω ἀπ’ τήν ἐλιά’ κι ἔχω βγάλει γιά πιό δροσιά τά παπούτσια μου -, αὐτό πού συμβαίνει τότε εἶναι ὅτι μᾶς πλησιάζουν οἱ χωρικοί κι ἀρχίζουν νά μᾶς μιλᾶνε, σάν νά ‘μαστε παλιοί φίλοι, γιά τό ἕνα καί τό ἄλλο. Χτές βράδυ, στό ὕψωμα πάνω ἀπ’ τούς Δελφούς, στό φῶς τοῦ δειλινοῦ, ἐνῶ ἡ Ἰτέα ἄρχιζε νά τρεμοσβήνει δίπλα στή θάλασσα, στόν κόλπο ἕνα καράβι, στό βάθος τά χιονισμένα βουνά, μπροστά μας ἁπλωσιές καταπράσινες καί κοκκινωπές, ὅπου κατσίκια καί πρόβατα ἔβοσκαν, καί τ’ αὐτοκίνητα περνοῦσαν ἀργά στό δρόμο πού ξετυλιγόταν κάτω ἀπ’ τά πόδια μας, χτές βράδυ πού καθόμασταν ἐκεῖ, ἦρθε τρέχοντας πρός τό μέρος μας τό κορίτσι πού βόσκει τίς γίδες, σάν γιά νά μαζέψει τό κοπάδι της, ἀλλά στήν πραγματικότητα μόνο γιά νά μᾶς μιλήσει. Οὔτε φόβος οὔτε ἀμήχανα γελάκια οὔτε ντροπές. Στάθηκε μπροστά μας σάν νά ‘ταν κάτι τό φυσικό. Ἡ Μάρτζερυ τῆς ἔδωσε τά κιάλια γιά νά κοιτάξει, πρῶτα ἀπ’ τήν καλή, ὕστερα ἀπ’ τήν ἀνάποδη. Ὕστερα μᾶς εἶπε πῶς λέγονται διάφορα πράγματα. Skotos {σκουτί} λέγεται τό τραχύ χοντρό πανωφόρι της, ouranos o οὐρανός, lullulin {λουλούδι} τό λουλούδι, τό ρολόι μου λέγεται orologe, τό αὐτοκίνητο — δέ θυμᾶμαι.

Οἱ καλύτερες διακοπές της ἐδῶ καί χρόνια

Φτάσαμε λοιπόν στό τελευταῖο βράδυ, πολλή ζέστη, πολλή σκόνη. Τό μεγάφωνο βρυχᾶται· ὁ Λέναρντ διαβάζει, χωρίς συμπάθεια, τό βιβλίο τῆς Ἔθελ Σμίθ· εἶναι ἑπτά παρά δύο λεπτά καί ἄρα μοῦ μένει μισή περίπου ὥρα γιά νά γεμίσω τοῦτο τό τετράδιο. Χρησιμοποίησα μόνο δέκα ἀπό τίς ἑκατό πένες μου· μελάνι ἔχω ἀκόμη ἄφθονο· πόσες ἄγραφες σελίδες μου μένουν. Ἰδού τό ἀποτέλεσμα τῶν καλύτερων διακοπῶν μας ἐδῶ καί χρόνια.

…καθώς λοιπόν στοχάζομαι αὐτά τά σπουδαῖα πράγματα, πού τρέχουν καί γλιστρᾶνε καί σκαλώνουν στήν ἐπιφάνεια τοῦ νοῦ μου, εἶμαι ὑπόγεια βυθισμένη σέ σκηνές γιά τό βιβλίο μου: φτιάχνω διαλόγους, βλέπω εἰκόνες, ὅλο καί ρίχνω κάτι καινούργιο μέσα στό καζάνι, πού πρέπει νά κοχλάσει ὅσο πιό πολύ γίνεται, μέχρι νά χυθεῖ καί νά κρυώσει καί νά σκληρύνει — ἐνῶ λοιπόν ἀσχολοῦμαι μ’ αὐτά, καί δέχομαι ὅ,τι ἔχει νά μοῦ προσφέρει τό θρόισμα τοῦ κυπαρισσιοῦ καί τῆς λεύκας, τό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, τῆς πορτοκαλιᾶς, ὁ μικροπωλητής πού πουλάει πιθηκάκια πάνω σέ ξυλαράκια — ὁ καιρός περνᾶ. Δέν εἶμαι βέβαιη ἄν εἶμαι στήν Ἑλλάδα ἤ στό Λονδίνο. Ἀλλά νομίζω ὅτι μᾶλλον στήν Ἑλλάδα εἶμαι, εὐτυχισμένη, ἤρεμη, φιλική πρός ὅλα, χαλαρή.

…καί θά γυρίζει πίσω

Μετά εἶχα τό δράμα, στήν Αἴγινα, μιᾶς ἀπολίτιστης, θερμῆς, νέας ἐποχῆς, πού θά μπεῖ στή ζωή μας — καί θά ‘ρχόμαστε ἐδῶ κάθε χρόνο, μέ μία σκηνή· θά τό σκᾶμε ἀπ’ τήν Ἀγγλία, θ’ ἀποβάλλουμε αὐτό τό φιδοπουκάμισο τῆς εὐπρέπειας· καί τό σφίξιμο, καί τή συμβατικότητα τοῦ Λονδίνου· καί τή φήμη, καί τόν πλοῦτο. Καί θά γυρίσουμε πίσω, καί θά γίνουμε ἀνεύθυνοι, ἐραστές τῆς ζωῆς, καί θά τρῶμε μόνο ψωμί, γιαούρτι, βούτυρο, αὐγά — ἄς ποῦμε στήν Κρήτη. Αὐτό εἶναι ὡς ἕνα βαθμό μία ἀληθινή παρόρμηση — σκεφτόμουνα, καθώς κατηφόριζα μέ μεγάλες δρασκελιές τό λόφο. Τό Λονδίνο δέν φτάνει, οὔτε τό Σάσεξ. Θές νά ψηθεῖς στόν ἥλιο, νά ξαναγυρίσεις σ’ αὐτούς τούς ὁμιλητικούς, φιλικούς ἀνθρώπους, ἁπλῶς καί μόνο γιά νά ζήσεις, νά μιλήσεις, ὄχι νά διαβάζεις καί νά γράφεις. Κι ὕστερα σήκωσα τό κεφάλι μου κι εἶδα τά βουνά πέρα ἀπ’ τή θάλασσα, σάν λάμες μαχαιριῶν, χρωματιστά, καί τή θάλασσα ἤρεμη. Κι ἔνιωσα σάν ἕνα μαχαίρι νά ἔξυσε ἕνα ἀμβλύ ὄργανο πού ὑπῆρχε μέσα μου, γιατί δέν μποροῦσα νά βρῶ κανένα ψεγάδι σ’ αὐτή τή λυγερή, ἀθλητική ὀμορφιά, τή βουτηγμένη στό χρῶμα, χωρίς νά ‘ναι ψυχρή, χωρίς ἴχνος χυδαιότητας, ἀλλά πανάρχαια ἀπό ἀνθρώπινη ζωή, γιατί κάθε σπιθαμή γῆς ἔχει τό δικό της ἀγριολούλουδο, πού θά μποροῦσε νά φυτρώσει καί σ’ ἕναν ἐγγλέζικο κῆπο, καί οἱ χωρικοί εἶναι ἄνθρωποι καλοί· καί τά ροῦχα τους, φθαρμένα καί ξεβαμμένα ἀπό τόν ἥλιο, ἔχουν λεπτούς χρωματισμούς, ὅσο κι ἄν εἶναι χοντρά. Ξέρω ὅτι ὑπάρχουνε συμπάθειες ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους καί τόπους, ὅπως ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Καί θά μποροῦσα ν’ ἀγαπήσω τήν Ἑλλάδα στά γερατειά μου, ὅπως ἀγάπησα ὅταν ἤμουν παιδί τήν Κορνουάλη.

Κι ἀκόμη ὁ Λέναρντ παίζει σκάκι καί κοντεύει δώδεκα. Ἀλλά ἡ Ἀθήνα δέν φαίνεται νά νυστάζει καθόλου, κι ἔτσι δέν μπορῶ νά παραπονεθῶ. Τά τράμ τσιρίζουνε. Αὔριο τέτοια ὥρα θά φτάνουμε στή Θεσσαλονίκη. Ἐγώ θ’ ἀλλάζω πλευρό στή δική μου κουκέτα, ὁ Λέναρντ στή δική του, ἐπί τρεῖς νύχτες, μέχρι νά φτάσουμε στό Ρόντμελ καί κοιμηθοῦμε στά μαλακά μας κρεβάτια, στό δροσερό Μάη τῆς Ἀγγλίας.

Τά ἀποσπάσματα εἶναι ἀπό τό βιβλίο Βιρτζίνια Γούλφ: Ἑλλάδα καί Μάης μαζί σέ μετάφραση Μαρίας Τσάτσου – ἔκδ. ὕψιλον, 1996 (ἡ πρώτη ἔκδοση τοῦ βιβλίου ἔγινε τό 1984 ἀπό τόν ἔκδ. οἶκο “Κρύσταλλο”). Περιλαμβάνει ἐγγραφές ἀπό τό ἡμερολόγιό της (Τhe Diary of Virginia Woolf -vol.4: 1931-1935), καθώς καί ἐπιστολές πού ἔστειλε ἀπό τό ξενοδοχεῖο Ματζέστικ στήν Ἀθήνα, ἀπό τούς Δελφούς καί τό Ναύπλιο, πρός τήν ἀδελφή της Βανέσα Μπέλ, τόν ἀνιψιό της Κουέντιν Μπέλ, τίς φίλες της Ἔθελ Σμίθ καί Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ, τήν Λαίδη Ὄτολιν Μορέλ καί τόν ποιητή καί ἐκδότη Τζών Λέιμαν.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr

Where Wonder Woman came from


Some 2,500 years ago, the Greeks had a big Amazon moment.

Warrior women who gloried in their freedom rode into Western culture in the myths, artwork and histories of classical antiquity. On horseback, shooting bows, swinging battle-axes, hurling spears and dying heroically in battle, they were wildly popular subjects on painted Greek vases. Bold Amazons also decorated the Parthenon frieze, crockery given to newlyweds, men’s drinking cups and women’s jewelry boxes. Little Greek girls even played with clay Amazon dolls with movable arms and legs.

Every man, woman and child knew the tales: How Hercules fought Queen Hippolyta for her precious war belt, how Antiope was kidnapped by Theseus, how Achilles and Penthesilea dueled to the death outside the walls of Troy. From labels on ancient vases, oral legends and historical documents, more than 130 Amazon names survive.

And for ancient Greeks, Amazons had a life beyond legend. Greek historians reported on the equestrian mastery, the martial skills
and the passionate love affairs of women
warriors living in Scythia, the Greek name
for the vast territory around and beyond the Black Sea. These “Amazons,” as fearsome and courageous as their men, belonged to “warlike tribes with no fixed abodes,” marveled one Greek writer, “they live free and unconquered — so savage that even the women take part in war!”

Until recently, modern historians dismissed such reports. But the Greeks weren’t making it up. The women didn’t live in an all-female world or slice off their breasts the better to shoot a bow (that part the Greeks did make up). But there is compelling evidence that in the 7th century BC, Greek colonists and traders encountered astonishingly independent warrior women, members of diverse but culturally related nomadic tribes that were distinguished by gender equality and that ranged across the steppes of Eurasia from 700 BC to AD 300.

Beginning in the 1940s in Ukraine, south Russia, Caucasia and Central Asia, archaeologists have uncovered grave mounds — called kurgans — containing human remains and artifacts of the steppe cultures. Until the advent of DNA testing, all skeletons discovered with “masculine” grave goods were routinely identified as male. Today, overwhelming genetic evidence from hundreds of kurgans indicates that at least one-third of Scythian women died as active fighters.

They were interred with spears, swords, battle-axes and quivers full of arrows. Many of the armed females bear war injuries, just like their male counterparts: arrows embedded in bones, ribs slashed in sword fights, and skull wounds from pointed battle-axes. Some skeletons show clear evidence of a lifetime of hard riding and hands shaped by the heavy use of a bow. Bioarchaeologists can even determine whether the women were in motion, fighting face to face on foot or on horseback when they died.

The graves also reveal that Scythian women, like Scythian men, wore trousers, tunics and boots. Babies were buried with both
sexes. Males and females received the same burial honors: sacrificed horses, golden ornaments, hemp-smoking kits and a last meal — fermented mare’s milk and a hunk of horse meat impaled on a wooden plate with an iron knife.

What made the Scythians such dedicated egalitarians? Survival. They lived rugged lives in a harsh landscape, always on the move, raiding and fending off hostile tribes. Everyone was a stakeholder; everyone had to contribute. Children also were trained for battle. The youngest warriors, girls and boys, buried with weapons and armor, were 10 to 14 years old when they died. And the Scythians developed a great equalizer: the combination of horses and archery. Astride a horse, armed with a bow and arrows, a woman could be just as fast and deadly as a man.

For the Greeks, a gender-neutral social order was fascinating. Greek society was essentially settled, urban. Greek women and girls led restricted, indoor lives, weaving and minding children. Greece may have been the cradle of democracy, but aside from their myths, gender equality never got much traction. Perhaps it’s telling that the Greek mythic scenarios invariably doomed all Amazons to defeat and death at the hands of great male heroes.

The Scythians didn’t have it easy. The steppe cultures were subjected to incredible pressures — imperial conquest, wars and hardship wiped out or relocated entire peoples and erased their languages, histories and ways of life. And yet, just as the mythic Amazon Queen Hippolyta “survived” death at the hands of Hercules, vestiges of the old egalitarian order persist to this day in Mongolia, Siberia, Kazakhstan and other lands where women still drink fermented mare’s milk, ride horses, shoot arrows, hunt with eagles, give counsel in decisions and rise to leadership positions.

Which brings us to the 21st century’s own Amazon moment.
Like the ancient Greeks, Americans today are fascinated by heroic superwomen: Katniss Everdeen of “The Hunger Games” strides at the head of long line of female heroes from Wonder Woman to Marvel Comic’s brand-new hammer-throwing female Thor. And like the Scythians, Americans today see egalitarianism — extending even to women in combat — as a matter of common sense.

And yet, in too many places women remain violently oppressed. And even in some of the most forward-thinking nations, the battle for equality remains incomplete. Thousands of years after the Greeks and Scythians — and despite our heroic female idols and civil rights — we have yet to fully achieve what the mythic and historical Amazons portend: a world in which women are truly the equals of men in every domain.

But at least we no longer require that Amazons die in the last act.